Έκλεισα τα μάτια, πήρα μια βαθιά αναπνοή και όλες οι μυρωδιές των λουλουδιών, του ήλιου και του φρεσκοψημένου καφέ γαργάλησαν την μύτη μου. Η ώρα ήταν 6 το πρωί. Επικρατούσε η απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα φύλλα των δέντρων που έπαιζαν με τις πρώτες ηλιαχτίδες και χόρευαν στον ρυθμό του ήρεμου αέρα. Τα μαλλιά μου χόρευαν κι αυτά στο πέρασμα του και έπεφταν στο πρόσωπο μου φέρνοντας όλων των ειδών τις μυρωδιές.Το χέρι μου, που κρατούσε το μολύβι με όλη του τη δύναμη ανατρίχιασε κι αυτό από την ανυπέρβλητη ομορφιά που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλα μέρη, ονειρεμένα. Η ραχοκοκκαλιά μου αισθάνθηκε και αυτή το ρίγος, όχι μόνο από το ελαφρύ κρύο αλλά και από την απέραντη γαλήνη. Όλα θέλουν να δημιουργήσουν. Το χέρι μου γράφει από μόνο του. Δεν πιέζεται, θέλει να γράψει και να εκφράσει όλα αυτά που βλέπουν τα μάτια. Μάτια, ψυχή, μυαλό και χέρι, όλα συνεργάζονται αρμονικά. Πως να μην συνεργαστούν άλλωστε όταν υπάρχει όλη αυτήν η ηρεμία, όλη αυτήν η χαρά; Διαρκεί για λίγες στιγμές βέβαια, μέχρι να επικρατήσει πάλι η βαβούρα. Η βαβούρα όχι μόνο των άλλων ανθρώπων, αλλά και η βαβούρα του μυαλού. Αυτό που όλα τρέχουν και όλα μπερδεύονται πάλι. Σκέψεις και συναισθήματα δεν είναι πλέον σε γαλήνη. Ξυπνάνε και τρέχουν. Τρέχουν με όλη τους την δύναμη, αφήνοντάς σε εξουθενωμένο και ανήμπορο..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s