Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου που ξεπρόβαλλαν από το παράθυρο με έκαναν να ξυπνήσω από το βαθύ αλλά παράλληλα ανήσυχο ύπνο μου. Άλλη μια μέρα πρόκειται να ξεκινήσει, ακόμα μια ανούσια και βαρετή μέρα. Δεν βρίσκω το κουράγιο να σηκωθώ από το κρεβάτι, το μόνο που θέλω είναι να χωθώ μέσα στο πάπλωμα μου, μέσα στον δικό μου κόσμο, στο δικό μου απροσπέλαστο παλάτι. Κι εκεί που ψάχνω λόγους και κάποιο νόημα να σηκωθώ, βυθίζομαι πάλι στον ύπνο μου και αμέσως μου έρχονται παιδικές αναμνήσεις, καθώς μόνο αυτές μου έχουν απομείνει, μόνο οι αναμνήσεις.. Κλείνω τα μάτια και βρίσκομαι πάλι στα Τρίκαλα, στον τόπο που μεγάλωσα κι αγάπησα, εκεί που όλα ήταν τόσο απλά, αθώα και ξέγνοιαστα. Εκεί που η άγνοια ισοδυναμούσε με την ευτυχία και η χαρά κατέφθανε από τα πιο αναπάντεχα κι απλά πράγματα, όπως μια καταιγίδα μετά από πολυήμερη ξηρασία ή όπως οι πρώτες αμυγδαλιές μετά από ένα βαρύ χειμώνα. Πόσο μου έχουν λείψει εκείνα τα πρωινά που βιαζόμουν να ξυπνήσω μόνο και μόνο για να δω την ανατολή του ήλιου, την μαγευτική εκείνη στιγμή που ο ήλιος ξεπρόβαλλε από τα βουνά και ξέπλενε όλη τη μαυρίλα και έδινε χώρο σε μια νέα ολοκαίνουρια μέρα, σε μια ολοκαίνουρια ευκαιρία, σε μια νέα ελπίδα για τη ζωή. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χανόταν οποιοσδήποτε φόβος, οποιαδήποτε αμφιβολία ή ανασφάλεια, αφού γνώριζα ότι πάντα θα ξημέρωνε μια νέα μέρα..

  Το ξυπνητήρι που χτυπούσε μανιωδώς με επανέφερε στην πραγματικότητα και μου θύμισε ότι έπρεπε να πάω στη δουλειά. Εδώ στην Φρανκφούρτη, η διαδρομή για την εταιρία που δουλεύω μοιάζει με επώδυνο εφιάλτη, καθώς τα αυτοκίνητα και οι αμέτρητοι οδηγοί κατακλύζουν τους δρόμους. Οι φωνές, ο θυμός και η ανυπομονησία δεσπόζουν, αφού όλοι τρέχουν για να βγάλουν όλο και περισσότερα χρήματα προκειμένου να καλύψουν τις συνεχώς αυξάνουσες αλλά και ανούσιες ανάγκες τους. Μέσα στο λεωφορείο, ανάμεσα στους άγνωστους και αδιάφορους ανθρώπους ένα κατάξανθο κορίτσι μου χαμογέλασε. Ίσως να ήταν και το μοναδικό χαμόγελο που πήρα από κάποιον από την στιγμή που ήρθα σε αυτή την σιχαμερή μεγαλούπολη, όπου οι άνθρωποι αδιαφορούν εντελώς για μένα κι εγώ για αυτούς, όπου ο καθένας ασχολείται με τα προβλήματα του και φοβάται να ανοιχτεί. Αυτό το κορίτσι, όμως, ήταν διαφορετικό, δεν ανησυχούσε γιατί ήταν πολύ μικρό για να αντιληφθεί τη σαπίλα του κόσμου, ήταν χαρούμενο. Έτσι ήμουν κι εγώ στα Τρίκαλα, απολάμβανα την κάθε στιγμή. Τα πρωινά, ρουφούσα τις εκπλήξεις της φύσης, μέσα από την μαγευτική διαδρομή για το σχολείο που με οδηγούσε σε νέα μονοπάτια, εκεί που η φύση έδειχνε το καλύτερο πρόσωπό της. Το πατρικό μου σπίτι μπορεί να ήταν φτωχικό, αλλά η μητέρα μου το στόλιζε με κάθε λογής λουλούδι, που ζήλευε ολόκληρη η γειτονία, οπότε παίρνοντας μία γερή δόση εκπληκτικών μυρωδιών συνέχιζα το δρόμο μου για το σχολείο. Περπατούσα μέσα από στενούς δρόμους που τους κόσμιζαν ψηλά και γέρικα δέντρα μέχρι που έφτανα στο πιο όμορφο κομμάτι της ημέρας, το καταπράσινο και κρυστάλλινο ποτάμι. Στεκόμουν για ώρες πάνω στην μικροκαμωμένη και πλακόστρωτη γέφυρα, παρατηρώντας το που περνούσε από ένα ονειρικό λιβάδι γεμάτο πελώρια πλατάνια και ιτιές με ψηλά κλαδιά που προσπαθούσαν να φτάσουν στον ήλιο. Αν και λαχταρούσα να βγάλω τα ρούχα μου και να ριχτώ στο γάργαρο ποτάμι, αρκούμουν στο να ρίχνω μικρά χάρτινα καραβάκια και να τα παρακολουθώ να πλέουν στα ήρεμα νερά και να βυθίζονται σιγά σιγά στην μαγεία..

  Αυτή η αθωότητα και αγνότητα συνεχίστηκε και μετά την παιδική μου ηλικία, ακόμη και τότε που ήμουν 18 χρονών. Δεν μπορούσα να πάρω μεγαλύτερη χαρά από τα δροσερά απογεύματα της άνοιξης , όπου το αεράκι έφερνε κάθε λογής μυρωδιές και μπέρδευε τα σκούρα πράσινα γυαλιστερά φύλλα της γαρδένιας με τα πανέμορφα λευκά, ροζ και κίτρινα λουλουδάκια από το γιασεμί, τη στιγμή εκείνη που απολάμβανα κάποιο από τα αγαπημένα μου βιβλία καθισμένη στις όχθες του ποταμού. Αυτό το κύμα δροσιάς διαπερνούσε ολόκληρο το σώμα μου και αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν κι εγώ ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου μου, ανάμεσα σε έναν ονειρικό κόσμο. Ένα από εκείνα τα ευχάριστα απογεύματα ήταν και τότε που γνώρισα την Δάφνη..

   Όλα άρχισαν από ένα από αυτά τα χαλαρά απογεύματα στο ποτάμι, όταν μια μικροκαμωμένη κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά και εντυπωσιακά μαύρα μάτια κάθισε στο διπλανό κορμό δέντρου με ένα τετράδιο και ένα μολύβι, ζωγραφίζοντας απορροφημένη το υπέροχο τοπίο τη στιγμή που ο ήλιος έδυε και ο ουρανός είχε μετατραπεί σε έναν καμβά γεμάτο χρώματα. Την έβλεπα για πολλές συνεχόμενες μέρες ώσπου μια μέρα γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου και είπε:

-Αν ήξερες ότι αυτή η μέρα είναι η τελευταία μέρα σου στη γη, πως θα την περνούσες;

Tην κοίταξα λίγο ξαφνιασμένη και της απάντησα:

-Δεν ξέρω.. Νομίζω θα ζούσα. Σαν να σήμαινε κάτι.. Κοίτα τριγύρω σου, η απόλυτη ελευθερία, η πιο απλή ομορφιά  βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας.. Σίγουρα θα έβρισκα κάτι να κάνω, μόνη μου, εγώ και η φύση.

Σήκωσε το βλέμμα της ευχαριστημένη από την απάντησή μου και με κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της μέσα στα δικά μου τόσο έντονα που φάνηκε σαν να διάβαζε το μυαλό μου, ακόμα και την πιο κρυφή σκέψη μου.. Σαν να με κατάλαβε πραγματικά. Χωρίς να πω τίποτα άλλο.. Αφού καθίσαμε για λίγο αμίλητες μου είπε:

-Μην ανησυχείς. Είναι λάθος να πιστεύεις. ότι η ευτυχία προκύπτει κυρίως από τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ευτυχία υπάρχει παντού και σε όλα αυτά που βιώνουμε καθημερινά, αρκεί οι άνθρωποι να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουν τα  πράγματα.. Αρκεί να εκτιμήσουν μια στιγμή σαν αυτήν. Μια στιγμή που μπορούν να ζήσουν ελεύθεροι..

«Λοιπόν τι λες, πάμε να ζήσουμε για λίγο;» της είπα χαμογελώντας.

«Ευχαρίστως.. αρκεί να είμαι σπίτι πριν τα μεσάνυχτα» είπε σαρκαστικά και μάζεψε τα πράγματά της.

 Περπατήσαμε για περίπου 10 λεπτά μέχρι που φτάσαμε στο Βαρούσι ,στην παλιά πόλη των Τρικάλων, εκεί όπου η παλιά εποχή πλέκεται αρμονικά με τη νέα, εκεί όπου τα παλιά κτίρια θυμίζουν την κληρονομιά και την ιστορία των προγόνων μας. Προσπεράσαμε αρκετές καλοδιατηρημένες εκκλησίες, άλλες ξυλόστρωτες και χρονολογούμενες από το 1500 π.Χ., άλλες τοιχογραφημένες με επιχρυσωμένα τέμπλα και άλλες με εξαιρετική αρχιτεκτονική που κατάφερε να διασωθεί με το πέρασμα των χρόνων και τις καταστροφές, όπως ακριβώς και η ελληνική παράδοση, η οποία κατόρθωσε να μείνει αναλλοίωτη στις μνήμες όλων παρά τις συμφορές που βίωσε ανά καιρούς. Καθώς, λοιπόν, περπατούσαμε μέσα από τα παραμυθένια πλακόστρωτα και γραφικά σοκάκια μιλούσαμε για τα πάντα, από τα όνειρά μας μέχρι και για τις πιο παράξενες ιδέες μας.

 Στη συνέχεια, μετά τη βόλτα μας στην παλιά πόλη ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι με πολλά σκαλοπάτια και σιγά σιγά ξεδιπλώνονταν ένα καταπράσινο τοπίο γεμάτο πανύψηλα αρχαία τείχη, τα οποία είχαν καλυφτεί από πράσινα και πυκνά αναρριχώμενα φυτά που είχαν προσδεθεί πάνω στην επιφάνειά τους και αναπτύσσονταν προς όλες τις κατευθύνσεις δημιουργώντας ένα πανέμορφο και περίπλοκο πλέγμα. Είχαμε φτάσει στο πελώριο και επιβλητικό φρούριο των Τρικάλων, το οποίο υπάρχει εκεί από τον 6ο αιώνα προσφέροντας ασφάλεια στους κατοίκους εν καιρώ πολέμου και ένα υπέροχο θέαμα σήμερα. Σχεδόν κάθε μέρα ερχόμουν εδώ πάνω, παρόλο που τα πολλά σκαλιά έκαναν την ανάβαση του λόφου κουραστική και δύσκολη, καθώς ήθελα να βλέπω τα συγκεκριμένα δέντρα και να παρατηρώ το χρώμα των φύλλων τους να αλλάζει..

 Και εκεί που φτάσαμε στο καλύτερο σημείο του φρουρίου, στο ρολόι, μπορούσαμε να δούμε ολόκληρη την ομορφιά των Τρικάλων από ψηλά, μια θέα που σου κόβει την ανάσα. Eκείνη τη στιγμή, που ο ήλιος έχει πέσει και η θερμοκρασία κατεβαίνει ενώ το γλυκό και δροσερό αεράκι κατακλύζει την ατμόσφαιρα, με κοίταξε με βουρκωμένα μάτια εκστασιασμένη από την μαγεία και μου είπε:

-Δεν συνηθίζω να το λέω αυτό από την πρώτη μέρα που γνωρίζω κάποιον, αλλά αισθάνομαι σα να σε γνωρίζω μια ζωή και θα στο πω.

Την κοίταξα απορημένη, καθώς δεν είχα ιδέα για το τι επρόκειτο και περίμενα να βγάλει από μέσα της αυτό που τη βασάνιζε τόσο έντονα..

Κατάπιε με δυσκολία, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:

-Έχω καρκίνο. Σε τελικό στάδιο. Έχω δοκιμάσει πάρα πολλές θεραπείες αλλά αποφάσισα να τα παρατήσω γιατί δεν άντεχα να περνάω όλη μου τη ζωή στα νοσοκομεία, χωρίς να υπάρχει σωτηρία..

Αν και ήταν ένα κορίτσι που γνώριζα μόλις μία μέρα, όταν άκουσα αυτά τα λόγια ένιωσα για λίγο τον κόσμο να σταματάει. Αισθανόμουν σαν να μπορούσα ξαφνικά να ακούω τα πάντα, από το τριζόνι στο απέναντι δέντρο μέχρι και τα αυτοκίνητα στον πιο μακρινό δρόμο, να μυρίζω το πιο μικρό λουλούδι , κι όμως να μοιάζει σαν να βρισκόμουν σε ένα σκοτεινό και άδειο τούνελ. Όλα κινούνταν αργά, αλλά και συνέβαιναν γρήγορα ταυτόχρονα.. Δε ξέρω κι εγώ πόση ώρα έμεινα αμίλητη μέχρι που άρθρωσα τις συγκεκριμένες κλασσικές λέξεις «Όλα θα πάνε καλά.. θα δεις, θα γίνεις καλά.. απλά έχε λίγη πίστη..»

-Βλακείες.. Όλοι μου λένε από την αρχή «Θα γίνεις μια χαρά, μην ανησυχείς!» ενώ δεν είναι έτσι.. Αυτό που θέλω είναι να με κοιτάξει κάποιος στα μάτια και να μου πει, «ξέρεις θα πεθάνεις» Έχω κουραστεί, φοβάμαι και το να αρνούμαι την αρρώστια μου δεν αντικαθιστά την αλήθεια.

-Έχεις δίκιο.. Απλά, αφού δεν μπορείς να αλλάξεις την κατάσταση, μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις.. Κι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω, αν θέλεις κι εσύ..

-Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω τις λίγες μέρες που μου απομένουν.. χωρίς να με λυπούνται οι άλλοι και χωρίς να με παρηγορούν..

-Ωραία λοιπόν, βρήκες το κατάλληλο άτομο με πολύ ελεύθερο χρόνο! Αύριο θα βρεθούμε στις 8 το πρωί στο ίδιο μέρος. Και φέρε το ποδήλατό σου μαζί!

 Δεν χρειάστηκε να της πω τίποτα άλλο για να την πείσω, καθώς η χαρά της σε αυτά τα λόγια φάνηκε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Άλλωστε, παρόλο που προσποιούμαστε ότι δεν νοιαζόμαστε για τους άλλους στο τέλος της μέρας αυτό που θέλουμε όλοι είναι να έχουμε κάποιον δίπλα μας, για να μοιράσουμε το φορτίο μας..

  Όταν πήγα για την πρωινή μου βόλτα στην όχθη του ποταμιού την επόμενη μέρα, ήταν νωρίς το πρωί και ο ουρανός ήταν ακόμα σκοτεινός. Έβγαλα τα παπούτσια μου για να νιώσω το νωπό από την υγρασία σκληρό χορτάρι και μέσα στην απόλυτη ησυχία απαλοί ήχοι της φύσης γαργαλούσαν τα αυτιά μου και μου προκαλούσαν ένα ρίγος κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης, ενώ ταυτόχρονα ένα βιαστικό αεράκι έφερνε απαλούς, ανεκδιήγητους ψιθύρους από τα γέρικα δέντρα. Αισθάνθηκα σαν να είχα πιεί ένα ποτήρι νερό σε μια ζεστή μέρα, τόσο αναζωογονητικό που έφυγε και το μικρότερο ίχνος νύστας. Λίγο αργότερα, όταν ο ήλιος άρχισε να εμφανίζεται από την άκρη του ουρανού, χρωματίζοντας ολόκληρο τον κόσμο με το κόκκινο χρώμα του σαν να είχε πάρει φωτιά, είδα από μακριά την Δάφνη να πλησιάζει με το κατακίτρινο φόρεμά της κρατώντας το παλιό, αλλά γεμάτο φρέσκα λουλούδια ποδήλατό της.

«Ακολούθησέ με» της είπα και ξεκινήσαμε με τα ποδήλατα. Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη, καλημερίσαμε τους ανθρώπους που πήγαιναν στις δουλειές τους και μιλούσαμε για ώρες πάνω στα ποδήλατα ενώ παράλληλα θαυμάζαμε την διαδρομή που μας πρόσφερε η φύση απλόχερα. Ο ζεστός αέρας μας χτυπούσε το πρόσωπο, είχαμε λαχανιάσει, η καρδιά κόντευε να σπάσει, αλλά δεν μας ένοιαζε συνεχίζαμε την ποδηλασία γιατί αυτό το θαύμα της φύσης ήταν πολύ καλό για να το προσπεράσουμε. Υπάρχει μια παράξενη ευχαρίστηση στους αδιάβατους δρόμους, μια αγαλλίαση μακριά από τον θόρυβο, όπου κανένας δεν επεμβαίνει, η απόλυτη ηρεμία.

  «Σταμάτα εδώ» της είπα όταν φτάσαμε σε ένα δασάκι. Μέχρι να κατέβω από το ποδήλατο η Δάφνη σαν υπνωτισμένη κατευθυνόταν όλο και πιο μέσα στο δάσος και το μυαλό της έμοιαζε σαν ένα σφουγγάρι που απορροφούσε ότι έβλεπε. Ήταν η ομορφιά της φύσης που της τραβούσε την προσοχή.. Ξυπόλυτη, περπατούσε από δέντρο σε δέντρο, ακλόνητη, ενώ το χώμα λέρωνε τα πόδια της, δεν την ένοιαζε, γιατί τώρα ήταν ένα με την φύση και όλα ταίριαζαν τόσο αρμονικά. Την ακολουθούσα αμίλητη μέχρι που φτάσαμε σε ένα μικρό ξύλινο δεντρόσπιτο. Άρχισε να σκαρφαλώνει πάνω του χωρίς να σκέφτεται τον κίνδυνο του να πέσει κάτω. Και καθώς δίπλα μας περνούσαν γρήγορα μικρά σκιουράκια κάνοντας αισθητή την παρουσία τους, η Δάφνη φώναξε: «Κοίτα ένα ελάφι!» και τα μάτια της γυάλιζαν από χαρά.. Όταν μετά από λίγο κατεβήκαμε και περπατήσαμε, άλλη μια έκπληξη μας περίμενε: ένα καφέ μεγαλοπρεπές άλογο που καθόταν ήρεμο και απολάμβανε την ηλιόλουστη μέρα. Η Δάφνη χωρίς να πει τίποτα επιβιβάστηκε στο άλογο σαν να ήταν αμαζόνα και μου έδωσε το χέρι της να ανέβω κι εγώ. Αν και δίστασα στην αρχή, η εμπειρία ήταν μαγευτική! Τρέχαμε γρήγορα με το άλογο, χωρίς να φοβόμαστε τίποτα!

 Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες μου με την Δάφνη.. Ακολούθησαν βόλτες σε μακρινά χωριουδάκια που δεν είχαμε ιδέα ότι υπήρχαν, βουτιές σε παγωμένους καταρράκτες και κολύμπι μέχρι τα χέρια και τα πόδια μας να σταματήσουν να λειτουργούν, μέχρι να μην μπορούμε να μείνουμε άλλο στην επιφάνεια του νερού.. Αναρρίχηση σε επικίνδυνες πλαγιές βουνών και ψάρεμα στον ποταμό Πηνειό.. Και τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά συνειδητοποιώ ότι έχουν χαραχθεί στην μνήμη μου, διότι δεν έπρεπε να τα είχα κάνει και τα έκανα παρά τον φόβο και την ανησυχία. Γιατί τελικά η ζωή είναι πολύ μικρή για να ακολουθούμε κάποιους κανόνες..

 Περίμενα πως και πως να συναντήσω την Δάφνη και να βιώσουμε μια νέα περιπέτεια, ώσπου ένα πρωί του καλοκαιριού που ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα και ο κόσμος είχε σκοτεινιάσει, δεν εμφανίστηκε στο μέρος που συναντιόμασταν. Πήγα στο σπίτι μου εμφανώς απογοητευμένη, τη στιγμή εκείνη που μια δυνατή καταιγίδα έδωσε μια μυρωδιά φθινοπώρου σε ολόκληρη την πόλη. Δεν άντεξα άλλο και αποφάσισα να πάω στο σπίτι της. Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε μια μαυροφορεμένη γυναίκα γύρω στα 50 με μεγάλα μαύρα και θλιμμένα μάτια όπως αυτά της Δάφνης.

-Είναι η Δάφνη μέσα; την ρώτησα.

-Ναι, πέρνα. μου είπε ελαφρώς ενοχλημένη από την παρουσία μου.

Ένας μακρύς διάδρομος οδηγούσε στο δωμάτιό της, το οποίο ήταν βαμμένο κόκκινο και είχε στον τοίχο εικόνες από μέρη ανά τον κόσμο, δημιουργώντας μια ζεστή ατμόσφαιρα. Όσο όμως έμπαινα μέσα στο δωμάτιο και είδα την Δάφνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, πάγωσα! Είχε ένα κάτασπρο πρόσωπο και φαινόταν πολύ αδύναμη, τόσο που δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί για να με χαιρετήσει. Δίπλα της είχε μια λεκάνη που την χρησιμοποιούσε για να φτύνει το αίμα που έβγαινε κάθε φορά που έβηχε. Με κοίταξε με ένα μελαγχολικό βλέμμα και μου είπε:

-Συγγνώμη που δεν ήρθα αλλά δεν είμαι και στις καλύτερες μέρες μου..

-Το βλέπω. Αλλά δεν πειράζει, έχουμε πολλές μέρες μπροστά μας!

Δεν της είπα τίποτα άλλο ενώ ήξερα ότι το τέλος πλησίαζε. Δεν ήθελα ούτε να την αποχαιρετήσω ούτε τίποτα άλλο γιατί φοβόμουν μη χαθεί μπροστά στα μάτια μου.. Απλά της κρατούσα το χέρι όσο πιο σφιχτά μπορούσα..

   Εκείνο ακριβώς το βράδυ η Δάφνη πέθανε! Μακάρι να μπορούσα να πω ότι έγινε κάποιο θαύμα και κατάφερε να αναρρώσει, αλλά απλά σταμάτησε να αναπνέει στην αγκαλιά της μητέρας της… Ίσως τελικά να μην υπάρχει αληθινή ευτυχία, ίσως να υπάρχουν μόνο ευτυχισμένες στιγμές. Ίσως να είμαστε φτιαγμένοι για να νιώθουμε τον πόνο, γιατί, χωρίς αυτόν δεν θα αισθανόμασταν αληθινοί. Ίσως αυτή η αίσθηση μοναξιάς και απώλειας να πρέπει να υπάρχει, έτσι ώστε να εκτιμήσουμε τα δευτερόλεπτα που άξιζαν πραγματικά στη ζωή μας και η κάθε μέρα που ζούσα στα Τρίκαλα άξιζε όσο τίποτα άλλο..

Σκανδάλη Γεωργία

(ένα διήγημά μου που δημοσιεύτηκε στο συλλογικό βιβλίο «Ιστορίες της Πόλης μας» από τις εκδόσεις i-write)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αργοσβήνεις μόνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s