Μέρες παράξενες

Είναι εκείνες οι μέρες του χρόνου που περνάνε απαρατήρητες. Που ξεκινάνε και τελειώνουν χωρίς να σου αφήνουν καμία αξιόλογη ανάμνηση. Και οι περισσότερες έτσι κυλάνε, χωρίς καμία επιρροή στην ζωή σου. Είναι όμως και οι άλλες οι μέρες του χρόνου, εκείνες που σε εκπλήσσουν και εκείνες που σου κόβουν την ανάσα. Εκείνες που μένουν χαραγμένες για πάντα μέσα σου. Μερικές φορές συμβαίνει κάτι ανάμεσα στις συνηθισμένες μέρες της ζωής σου που σου κόβει τη ζωή στα δύο. Που σε κάνει να αναθεωρήσεις τα πάντα. Που σε σημαδεύουν και σου δημιουργούν ένα πριν και ένα μετά. Ένα μετά που μοιάζει ξένο και αβάσταχτο..

Οι άνθρωποι και τα πρόσωπα τους

Χαμαιλέοντας. Ένα ερπετό που αλλάζει συνεχώς μορφή και προσαρμόζεται ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται την κάθε φορά. Δεν έχει μια συγκεκριμένη όψη, μια όψη που να καθορίζει το ποιος είναι. Άνθρωπος. Μυστήριο πλάσμα που περιπλανιέται ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους και αλλάζει ανάλογα το μέρος και τους ανθρώπους που έχει δίπλα του. Αλλιώς συμπεριφέρεται στο σχολείο, στο σπίτι, στη δουλειά, στο μπαρ. Αλλάζει συνεχώς τόπους διαμονής και μαζί αλλάζει και εαυτό. Συνάπτει σχέσεις στις οποίες κάθε φορά δείχνει άλλον. Αλλιώς μιλάει με έναν συγγενή, με έναν στενό φίλο, με έναν γνωστό. Διαφορετικά πράγματα λέει στον καθένα, διαφορετικό πρόσωπο δείχνει κάθε φορά. Σε άλλους είναι ο αστείος και ο κλόουν της παρέας, σε άλλους είναι ο σοβαρός και απόμακρος και σε άλλους είναι ο ονειροπόλος και ρομαντικός. Δείχνει τις πολλές και διαφορετικές του προσωπικότητες, έτσι ώστε να μένει στην επιφάνεια, αλλά κάτω από τα ραντάρ. Συνέχεια

Φόβος

Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν την θάλασσα. Φοβόμουν ότι θα με βυθίσει μέσα της και δεν θα με αφήνει να βγω από τον μυστήριο κόσμο της. Ότι δεν θα με αφήνει να ανασάνω και ότι το νερό θα κλείσει το λαρύγγι μου και θα γεμίσει τα πνευμόνια μου. Με φοβίζει, όμως, ταυτόχρονα με ελκύει. Πάντα μου άρεσε να κάνω το βήμα και από εκεί που πατούσα την άμμο να μπαίνω στα βαθιά και να αισθάνομαι το κεφάλι μου να το καλύπτει η θάλασσα. Είναι σαν να στέκεσαι στη άκρη ενός ψηλού κτηρίου κι έχεις αυτήν την τρομακτική έλξη να πηδήξεις στο κενό. Συνέχεια

Η νόσος του μυαλού

Αλτσχάιμερ. Για εσένα δεν υπάρχει μέλλον. Το παρελθόν είναι θολό και μπερδεμένο. Ακόμη και το παρόν δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα. Οι μνήμες, που είναι από τα πιο πολύτιμα αγαθά χάνονται. Αν είχες καρκίνο θα χαρακτηριζόσουν ως γενναίος ήρωας. Με το Αλτσχάιμερ όμως είσαι ένας γελοίος και ανίκανος. Δε λογαριάζει κανένας την άποψή σου, αφού είσαι σε μια μόνιμη σύγχυση και αβεβαιότητα για τα πάντα γύρω σου. Δεν θυμάσαι πλέον τις χαρούμενες στιγμές που έχεις ζήσει, την πρώτη σου μέρα στο σχολείο, το πρώτο σου φιλί, τη μέρα που αποφοίτησες, τη μέρα που ερωτεύτηκες, τη μέρα που έκανες παιδιά ή τη μέρα που ταξίδεψες. Δεν θυμάσαι το πόσο δούλεψες για να γίνεις αυτό που είσαι, ούτε τους κόπους και τις θυσίες σου. Δεν θυμάσαι καν ποιος είσαι πλέον. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Ίσως να θυμόσουν τον εαυτό σου όταν ήσουν 20 χρονών, γεμάτος ελπίδες και όνειρα για ζωή. Αλλά τώρα κοιτάζεις στον καθρέφτη έναν ρυτιδιασμένο γέρο που έχει χάσει κάθε όρεξη για ζωή, που έχει χάσει την αξιοπρέπειά του, που ζει μέσα σε μια κόλαση, αυτήν του ίδιου του του εαυτού… Συνέχεια

My thoughts on paper

Έκλεισα τα μάτια, πήρα μια βαθιά αναπνοή και όλες οι μυρωδιές των λουλουδιών, του ήλιου και του φρεσκοψημένου καφέ γαργάλησαν την μύτη μου. Η ώρα ήταν 6 το πρωί. Επικρατούσε η απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα φύλλα των δέντρων που έπαιζαν με τις πρώτες ηλιαχτίδες και χόρευαν στον ρυθμό του ήρεμου αέρα. Τα μαλλιά μου χόρευαν κι αυτά στο πέρασμα του και έπεφταν στο πρόσωπο μου φέρνοντας όλων των ειδών τις μυρωδιές.Το χέρι μου, που κρατούσε το μολύβι με όλη του τη δύναμη ανατρίχιασε κι αυτό από την ανυπέρβλητη ομορφιά που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλα μέρη, ονειρεμένα. Η ραχοκοκκαλιά μου αισθάνθηκε και αυτή το ρίγος, όχι μόνο από το ελαφρύ κρύο αλλά και από την απέραντη γαλήνη. Όλα θέλουν να δημιουργήσουν. Το χέρι μου γράφει από μόνο του. Δεν πιέζεται, θέλει να γράψει και να εκφράσει όλα αυτά που βλέπουν τα μάτια. Μάτια, ψυχή, μυαλό και χέρι, όλα συνεργάζονται αρμονικά. Πως να μην συνεργαστούν άλλωστε όταν υπάρχει όλη αυτήν η ηρεμία, όλη αυτήν η χαρά; Διαρκεί για λίγες στιγμές βέβαια, μέχρι να επικρατήσει πάλι η βαβούρα. Η βαβούρα όχι μόνο των άλλων ανθρώπων, αλλά και η βαβούρα του μυαλού. Αυτό που όλα τρέχουν και όλα μπερδεύονται πάλι. Σκέψεις και συναισθήματα δεν είναι πλέον σε γαλήνη. Ξυπνάνε και τρέχουν. Τρέχουν με όλη τους την δύναμη, αφήνοντάς σε εξουθενωμένο και ανήμπορο..