Στο αστικό λεωφορείο

Κι εκεί που καθόμουν σήμερα στην αγαπημένη μου θέση στο λεωφορείο, αυτήν πίσω πίσω που είναι ελαφρά πιο ψηλή από τις άλλες και ο αέρας από το παράθυρο φυσάει στο πρόσωπο, άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους έναν έναν ξεχωριστά. Βλέπω τους βιαστικούς και τους αγχωμένους που κοιτάζουν συνεχώς το ρολόι τους και κρατούν τους βαριούς χαρτοφύλακές τους. Τους κουρασμένους από τη δουλειά που κάθονται μισοκοιμισμένοι στις θέσεις τους με τις βαριές σακούλες από το σούπερ μάρκετ, και που κλείνουν τα μάτια τους για μια στιγμή να ξεκουραστούν. Τους ερωτευμένους που είναι αγκαλιασμένοι στις θέσεις τους και δείχνουν σε όλο το λεωφορείο την αγάπη τους, και τους άλλους τους κρυφά ερωτευμένους που ρίχνουν ο ένας στον άλλον κλεφτές ματιές μη τυχόν και αποκαλυφθούν. Τους μοναχικούς και τους ονειροπόλους που είναι βυθισμένοι στις σκέψεις τους και που κοιτούν τον δρόμο έξω χωρίς να δίνουν σημασία σε κανέναν εκεί μέσα. Συνέχεια

Αργοσβήνεις μόνη

  Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου που ξεπρόβαλλαν από το παράθυρο με έκαναν να ξυπνήσω από το βαθύ αλλά παράλληλα ανήσυχο ύπνο μου. Άλλη μια μέρα πρόκειται να ξεκινήσει, ακόμα μια ανούσια και βαρετή μέρα. Δεν βρίσκω το κουράγιο να σηκωθώ από το κρεβάτι, το μόνο που θέλω είναι να χωθώ μέσα στο πάπλωμα μου, μέσα στον δικό μου κόσμο, στο δικό μου απροσπέλαστο παλάτι. Κι εκεί που ψάχνω λόγους και κάποιο νόημα να σηκωθώ, βυθίζομαι πάλι στον ύπνο μου και αμέσως μου έρχονται παιδικές αναμνήσεις, καθώς μόνο αυτές μου έχουν απομείνει, μόνο οι αναμνήσεις.. Κλείνω τα μάτια και βρίσκομαι πάλι στα Τρίκαλα, στον τόπο που μεγάλωσα κι αγάπησα, εκεί που όλα ήταν τόσο απλά, αθώα και ξέγνοιαστα. Εκεί που η άγνοια ισοδυναμούσε με την ευτυχία και η χαρά κατέφθανε από τα πιο αναπάντεχα κι απλά πράγματα, όπως μια καταιγίδα μετά από πολυήμερη ξηρασία ή όπως οι πρώτες αμυγδαλιές μετά από ένα βαρύ χειμώνα. Πόσο μου έχουν λείψει εκείνα τα πρωινά που βιαζόμουν να ξυπνήσω μόνο και μόνο για να δω την ανατολή του ήλιου, την μαγευτική εκείνη στιγμή που ο ήλιος ξεπρόβαλλε από τα βουνά και ξέπλενε όλη τη μαυρίλα και έδινε χώρο σε μια νέα ολοκαίνουρια μέρα, σε μια ολοκαίνουρια ευκαιρία, σε μια νέα ελπίδα για τη ζωή. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χανόταν οποιοσδήποτε φόβος, οποιαδήποτε αμφιβολία ή ανασφάλεια, αφού γνώριζα ότι πάντα θα ξημέρωνε μια νέα μέρα.. Συνέχεια

Living in Thessaloniki (ως φοιτητής)

Θεσσαλονίκη, όλοι την αγάπησαν, όλοι έχουν γράψει, τραγουδήσει, μιλήσει για αυτήν και όλοι έχουν ποστάρει στο facebook τις κλισέ έως και βαρετές πλέον φωτογραφίες με τον λευκό πύργο, με τις ομπρέλες της νέας παραλίας και με το ηλιοβασίλεμα να δύει στο λιμάνι, γράφοντας σε λεζάντα ή σε ηλίθια check in τις εμετικές πλέον εκφράσεις «like here nowhere»ή»Θεσσαλονίκη η πόλη που ερωτεύεσαι». Στα δύο χρόνια που μένω εδώ, συνειδητοποίησα ότι είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Για εμάς ειδικά που είμαστε από άλλη πόλη-επαρχεία, η Θεσσαλονίκη είναι το μέρος που γίνεσαι ανεξάρτητος και μπαίνεις σε έναν άλλο κύκλο, αυτόν της ενηλικίωσης, σε έναν κύκλο που κάνεις μόνος σου τις επιλογές σου που θα καθορίσουν τον εαυτό σου. Είσαι ελεύθερος να κάνεις αυτό που πραγματικά σε εκφράζει και σε αντιπροσωπεύει και όλα είναι στο χέρι σου. Είσαι ελεύθερος να φεύγεις από το σπίτι σου στις 3 η ώρα το πρωί επειδή δεν σε πιάνει ο ύπνος και να πας στην παραλία μόνος, είτε με μοναδικό θόρυβο την αγαπημένη σου μουσική, είτε με την απόλυτη ησυχία για να μπορείς να ακούς τις σκέψεις σου καλύτερα, ενώ το παγωμένο αεράκι και το ελαφρύ κύμα του Θερμαϊκού να σου δροσίζει το πρόσωπο και να σου γεμίζει το μυαλό με νέες ιδέες και αποφάσεις για τη ζωή. Και αφού γεμίσεις τις μπαταρίες σου χτυπάς το κουδούνι του κολλητού σου με ένα μπουκάλι από το πιο φθηνό κρασί και αράζετε στην υπερβολικά μικρή βεράντα του που χωράει 2 καρεκλίτσες και μια γλάστρα βασιλικού, και μιλάτε για το μέλλον και τις πιο τρελές σκέψεις σας μέχρι και για τον γείτονα απέναντι που κυκλοφορεί με το εσώρουχο στο σπίτι του με ανοιχτά τα φώτα. Συνέχεια

FRIENDS

Ποιος δεν περίμενε να πάει 15:45 τα Σαββατοκύριακα, για να καβατζώσει το τηλεκοντρόλ και την καλύτερη θέση στον καναπέ και να βάλει Star για να δει φιλαράκια; Η ώρα εκείνη ήταν ιερή, αφού ήταν η ώρα που είχες βάλει ήδη την ζεστή σοκολάτα στην κούπα, είχες μπει κάτω από την λεπτή κουβερτούλα (αν ήταν χειμώνας) ενώ (αν ήταν καλοκαίρι) είχες είδη βάλει μια τεράστια μερίδα παγωτού στο μπολάκι, μην τυχόν και χάσεις την αρχή. Δεν σε ένοιαζε που είχες δει το ίδιο επεισόδιο για εκατομμυριοστή φορά, και ήξερες την πλοκή ή ακόμη και τους διαλόγους, ήσουν ενθουσιασμένος σαν να το έβλεπες για πρώτη φορά. Σε ξάφνιαζε ένα όμως αστείο που δεν το θυμόσουνα και γελούσες μόνος σου, ενώ ο αδερφός σου σε κορόιδευε από το διπλανό δωμάτιο επειδή του είχες καβατζώσει την τηλεόραση και γελούσες με μια σειρά που την έβλεπες για τόσα χρόνια. Την έβλεπες όμως όταν ήσουν στεναχωρημένος, άρρωστος, χαρούμενος ή μετά από πολύ διάβασμα. Συνέχεια